μαρτύριο Ἁγίου Μάρτυρος ΣΩΖΟΝΤΟΣ

karas karas

عضو مبارك
عضو مبارك
إنضم
13 مارس 2022
المشاركات
747
مستوى التفاعل
631
النقاط
93
N26179c.jpg

images.jpg

a6c43586-2cf1-4a0d-a56d-e92266167293.jpg


ΣΩΖΩΝ ὁ Ἅγιος Μάρτυς κατήγετο ἀπὸ τὴν Λυκαονίαν (ἥτις εἶναι μέρος τῆς Καππαδοκίας, ἤτοι τῆς Καραμανίας καὶ νεύει πρὸς Νότον κατὰ τὴν Κιλικίαν), ἀκμάσας ἐν ἔτει σπη’ (288), ὠνομάζετο δὲ πρότερον Ταράσιος, ἀλλ’ ἀφοῦ πιστεύσας εἰς τὸν Χριστὸν ἔλαβε τὸ θεῖον Βάπτισμα, ὁμοῦ μὲ τὸν προτερινόν του ἀσεβῆ βίον ἀπέρριψε καὶ τὸ πρῶτον του ὄνομα καὶ μετωνομάσθη Σώζων. Ἔζη δὲ εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην μετερχόμενος τὸ ἔργον ποιμένος προβάτων. Ἀλλ’ ὅμως ἐγένετο συνάμα ἔκτοτε καὶ ποιμὴν ἀνθρώπων διότι εἰς ὅσους τόπους μετέβαινε μὲ τὸ ποίμνιόν του ἵνα βοσκήσῃ αὐτό, εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους συναντοῦσεν, ὡμίλει τὸν λόγον τῆς εὐσεβείας κηρύττων τὰ σωτήρια τοῦ Εὐαγγελίου διδάγματα, καὶ πολλοὺς ἀπὸ ἐκείνους κατώρθωνε διὰ τῆς διδασκαλίας του νὰ ὁδηγῇ εἰς τὴν μάνδραν τοῦ Χριστοῦ. Ἦτο δὲ ὁ λαμπρὸς αὐτὸς ἀριστεὺς τῆς θείας πίστεως ἱλαρὸς μὲν καὶ γλυκύτατος κατὰ τὸν χαρακτῆρα καὶ πρᾶος, ἔχων τὸ θέλημά του ἐστηριγμένον εἰς τὸν νόμον τοῦ Κυρίου, καὶ ἐπάνω εἰς αὐτὸν ἐμελετοῦσεν ἡμέραν καὶ νύκτα καὶ μὲ αὐτὴν τὴν πολιτείαν καὶ ζωήν του ἀληθῶς ἠξιώθη νὰ ἀπολαύσῃ ὁ τρισμακάριος τὸν μακαρισμὸν τοῦ Προφητάνακτος Δαβίδ.

Μὲ τοιαύτην ὅθεν ζωὴν διῆγε πάντοτε ὁ μακάριος Σώζων, καὶ οὕτως ἐπολιτεύετο ἐν τῷ κόσμῳ· ἔτυχε δὲ μίαν φορὰν μὲ τὸ ποίμνιόν του εἰς ἕνα μέρος ὅπου ὑπῆρχε πηγὴ δρόσερά, πέριξ δὲ αὐτῆς βαθεῖα καὶ ἄφθονος χλόη, εἰς τὴν ὁποίαν ἄφησε τὸ ποίμνιόν του νὰ βοσκήσῃ. Ἐκεῖ δὲ ὅπου ἐκάθητο προσέχων τὸ ποίμνιόν του, ἦλθεν εἰς αὐτὸν γλυκύτατος ὕπνος, καὶ συνάμα μία ὀπτασία, ἡ ὁποία τὸν ἐθάρρυνε καὶ τὸν ἐνίσχυεν ἔτι μᾶλλον πρὸς τὴν εὐσέβειαν καὶ τὸν ἔκαμε θερμότερον καὶ τοῦ ἔδωσε πολὺ θάρρος. Εἶτα δὲ ἡ ὀπτασία ἐκείνη τοῦ ἀπεκάλυψε καὶ μίαν χάριν, ἥτις ἔμελλε νὰ ἔλθῃ ἄνωθεν ἐκ τῶν οὐρανῶν εἰς ἐκεῖνον τὸν τόπον. Ἤκουσε δηλαδὴ φωνήν, ἡ ὁποία τοῦ ἔλεγεν, ὅτι αὐτὸς ἐδῶ ὁ τόπος καὶ ἡ χώρα θὰ ἀποβῇ εἰς ὠφέλειαν πολλῶν ἀνθρώπων, διότι ἐδῶ θὰ εὕρουν τὴν σωτηρίαν των καὶ θὰ δοξάζουν τὴν Ἁγίαν Τριάδα. Ἐγερθεὶς δὲ ἐκ τοῦ ὕπνου ὁ καλὸς ἐκεῖνος ποιμήν, ὁ μακάριος Σώζων, ἔρχεται εἰς τὴν Πομπηϊούπολιν, καὶ ἀφοῦ παρετήρησε καλὰ καὶ εἶδεν ὅτι ἡ ἀσέβεια καὶ ἡ εἰδωλολατρία εὑρίσκετο ἐκεῖ εἰς μεγάλην ἀκμὴν καὶ αὔξησιν, ἡ δὲ Χριστιανικὴ πίστις καὶ εὐσέβεια πρὸς τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἦτο ὅλως διόλου παρημελημένη καὶ περιφρονημένη, δὲν ὑπέμεινεν αὐτό, καὶ δὲν ἐβάσταξεν ἡ ψυχή του,

ἀλλ’ ἀμέσως μία μεγάλη καὶ ὀξυτάτη ὁρμὴ καὶ προθυμία εἰσέδυσεν εἰς τὴν καρδίαν του, καὶ εἷς πόνος τόσον δριμὺς τὸν ἐκυρίευσεν ὅλον, ὥστε ἐλθὼν πλησίον εἰς τὸν ναὸν ἐκείνων τῶν ἀσεβῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἵστατο τὸ χρυσοῦν ἄγαλμα, κατέθραυσεν ἀμέσως τὴν χρυσῆν δεξιὰν χεῖρα του, καὶ ἀφοῦ τὴν ἐπώλησεν εἰς τοὺς χρυσοχόους ἀντὶ μεγάλης ἀξίας, ἐμοίρασεν ὅλα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ ἐνδεεῖς τῆς πόλεως ἐκείνης.

Εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην προέβη ὁ μακάριος Σώζων κρυφίως, χωρὶς νὰ τὸν ἀντιληφθοῦν διόλου οἱ νεωκόροι, οἱ ὁποῖοι ἰδόντες τὸν ἀκρωτηριασμὸν τοῦ ἀγάλματος, ἤρχισαν πάραυτα νὰ συλλαμβάνουν πολλοὺς ἀνθρώπους ἀθῴους, οἵτινες δὲν εἶχον διαπράξει τὸ ἔργον αὐτό, καὶ τοὺς ἔσυρον εἰς τὸ δικαστήριον ὡς ἐνόχους τῆς ἱεροσυλίας διὰ νὰ δικασθοῦν καὶ τιμωρηθοῦν, τοὺς ὁποίους ἐθεώρησαν ὡς πλέον μιαρωτάτους ἀπὸ τοὺς κακούργους ὅλους, ὅσους εἶχον κεκλεισμένους εἰς τὸ δεσμωτήριον, ἐπειδὴ δῆθεν εἶχον διαπράξει μίαν μεγάλην ἱεροσυλίαν καὶ εἶχον βλάψει τοῦ θεοῦ των τὸ ἄγαλμα. Δὲν ἤθελε δὲ οὐδεὶς νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν τῶν δυστυχῶν ἐκείνων ἀθῴων, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἦσαν φίλοι των τοὺς ἀπεστρέφοντο, καὶ οἱ δεσμοφύλακες ἀκόμη· διότι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον φερόμενοι οἱ ἀσεβεῖς ἐκεῖνοι ἄνθρωποι ἐνόμιζον ὅτι θὰ φανοῦν εὐχάριστοι εἰς τὸν θεόν των, ἐὰν μὲ σκληρότητα ἤθελον φερθῆ πρὸς τοὺς συλληφθέντας. Ἀλλ’ ὅμως ὁ γενναῖος ἀθλητὴς Σώζων, ἐπιθυμῶν νὰ παρουσιασθῇ καὶ νὰ ὁμολογήσῃ τὴν εὐσέβειαν, ἀπολύσῃ δὲ οὕτω καὶ σώσῃ τοὺς ἀθῴους ἐκείνους ἀνθρώπους, οἵτινες δὲν ἤξευρον οἱ ταλαίπωροι κανὲν ἀπὸ τὰ συμβάντα, ἐμφανίζεται εἰς τοὺς νεωκόρους καὶ ἀναγγέλλει ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ αὐτουργὸς τῆς πράξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀφήρεσε τὴν χρυσῆν χεῖρα τοῦ ἀγάλματος.

Ἀκούσαντες αὐτὰ οἱ νεωκόροι τὸν συνέλαβον ἀμέσως καὶ τὸν ἔφεραν ἐμπρὸς εἰς τὸν ἡγεμόνα τῆς Κιλικίας Μαξιμιανόν, ὅστις ἐδείκνυε μεγάλην σπουδὴν διὰ τὴν αὔξησιν καὶ ἐπικράτησιν τῆς ἀσεβείας, ἐκτελῶν αὐστηρῶς τὸ βασιλικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδοθῆ ἐκείνας τὰς ἡμέρας. Οὗτος εἶχε διατάξει νὰ προσφέρουν μεγαλοπρεπῆ καὶ πολυδάπανον θυσίαν εἰς τὸ χρυσοῦν αὐτὸ ἄγαλμα, τὸ ὁποῖον ἐτιμᾶτο εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην, θέλων μὲ τοῦτο νὰ φανερώσῃ ἐπιδεικτικῶς εἰς τὸ πλῆθος τὴν δεισιδαιμονίαν του, τὴν ὁποίαν εἶχεν εἰς τὰ εἴδωλα, καὶ νὰ φανῇ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀρεστὸς εἰς τὸν βασιλέα.

Καθίσας ὅθεν ὁ ἡγεμὼν ἐπὶ βήματος ὑψηλοῦ, διέταξε νὰ τοῦ παρουσιάσουν τὸν Μάρτυρα, πρὸς τὸν ὁποῖον μὲ πᾶσαν σοβαρότητα καὶ ὑπερηφάνειαν καὶ μὲ ἕνα πολὺ ὑπερφίαλον βλέμμα λέγει· «Πῶς ὀνομάζεσαι, ποία εἶναι ἡ θρησκεία σου καὶ ἀπὸ ποίαν χώραν εἶσαι;». Ὁ δὲ Μάρτυς ἀπήντησεν· «Οἱ μὲν γονεῖς μου, ὅταν ἐγεννήθην, Ταράσιον μὲ ὠνόμασαν, ἀλλὰ εἰς τὸ θεῖον Βάπτισμα μὲ μετωνόμασαν Σώζοντα· πατρίς μου δὲ εἶναι ἡ Λυκαονία, διότι ἐκεῖ ἐγεννήθην· εἰς δὲ τὴν πίστιν εἶμαι Χριστιανὸς καὶ τὸν Χριστὸν μόνον τὸν ἀληθινὸν Θεὸν προσκυνῶ καὶ λατρεύω, ὁ ὁποῖος ἔκτισε, τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Ἠρώτησε τότε ὁ Μαξιμιανός· «Ποία ἀφορμὴ σὲ ἔφερεν ἐδῶ εἰς αὐτὴν τὴν πόλιν;». Ἀπήντησεν ὁ Σώζων· «Ποιμαίνω μίαν ποίμνην προβάτων καὶ περιέρχομαι τὸν τόπον πρὸς βοσκὴν αὐτῶν· ὁποιονδήποτε δὲ μέρος μὲ χλόην ἄφθονον καὶ μὲ ὕδατα διαυγῆ, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι κατάλληλον πρὸς βοσκὴν εὕρω, εἰς κάθε καιρὸν τοῦ χρόνου, εἰς αὐτὸ ὁδηγῶ καὶ τὰ πρόβατά μου νὰ βοσκήσουν». Λέγει ὁ Μαξιμιανός· «Πῶς ἐτόλμησες νὰ διαπράξῃς μίαν τόσον μεγάλην ἀσέβειαν καὶ νὰ ἀφαιρέσῃς τὴν δεξιὰν χεῖρα τοῦ θεοῦ;».

Εἰς ταῦτα ἀποκριθεὶς ὁ Σώζων εἶπεν· «Ὅτι μὲν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔπραξα δὲν εἶναι κανὲν τολμηρὸν ἔργον οὔτε τις θὰ ἤθελε τὸ θεωρήσει ὡς ἔγκλημα, μοῦ φαίνεται ὅτι καὶ ὁ ἰδικός σου θεὸς τὸ μαρτυρεῖ· διότι αὐτὸς οὔτε καμμίαν ὀργὴν ἔδειξεν ἐναντίον μου, ὅταν τοῦ ἀφῄρεσα τὴν χεῖρα, οὔτε ὁμιλεῖ κἂν ὅλως οὔτε ἀγανακτεῖ, διότι ἔπαθέ τινα δεινὴν ὕβριν καὶ καταισχύνην· ἀλλ’ οὔτε ὑβρισθεὶς ἐποίησε κακόν τι εἰς ἐμὲ τὸν ὑβρίσαντα αὐτόν· ἐὰν δὲ ἴσως ἐπὶ τέλους ἤθελε λάβει φωνήν, μοῦ φαίνεται ὅτι αὐτὸς περισσότερον θὰ ἐγκαλέσῃ σᾶς καὶ φανερὰ θὰ σᾶς κατηγορήσῃ, ὅτι ἀφήσατε τὸν Δημιουργὸν τῶν ὅλων καὶ πρὸς τὴν ἄψυχον ὕλην, λίθους καὶ ξύλα καὶ μέταλλα στραφέντες, αὐτὰ νομίζετε θεὸν καὶ αὐτὰ λατρεύετε, καὶ ἐφάνητε τῷ ὄντι ἀχάριστοι καὶ ἀγνώμονες πρὸς τὸν εὐεργέτην».

Λέγει ὁ ἡγεμών· «Ἐὰν ἀληθινὰ θέλῃς, ὄχι μόνον νὰ λάβῃς συγχώρησιν δι’ ὅπερ ἔπραξας, ἀλλὰ προσέτι καὶ ἀμοιβὰς μεγάλας, ἄφησε αὐτὰς τὰς φλυαρίας καὶ σῶσον, Σῶζον, τὸν ἑαυτόν σου, ἐλθὲ νὰ προσκυνήσῃς τοὺς θεούς». Ὁ δὲ Μάρτυς εἶπε· «Καὶ πῶς δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ πολὺ περισσότερον ἀναισθητότερος καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν θεόν σας, ἀφοῦ θὰ προτιμήσω νὰ τιμῶ αὐτόν, ὁ ὁποῖος οὔτε τὸν ἑαυτόν του δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑπερασπίσῃ, ὅταν κατῃσχύνθη ἀπὸ ἐμέ;

Οὔτε καμμίαν φωνὴν ἄφησε, οὔτε ἐπροσκάλεσε κανένα εἰς βοήθειάν του, οὔτε ἐὰν ἤθελε πάθει καὶ τὸ πλέον ἀπὸ ὅλα ἀθλιώτερον ἦτο ἱκανὸς νὰ διαμαρτυρηθῇ. Πρόσεξε λοιπόν, ὦ ἡγεμών, μήπως μὲ τὸ νὰ τιμᾷς καὶ νὰ πλάττῃς καὶ κατασκευάζῃς ἑκάστην ἡμέραν θεούς, καὶ νὰ μεταπλάττῃς ἄλλους, πρόσεξε, λέγω, μήπως οὕτω πράττων, κάμνεις χειροτεχνίαν τὴν δημιουργίαν τῶν θεῶν». Τότε ὁ Μαξιμιανός, ἀναβράσας ἀπὸ τὸν θυμόν του, παρέδωκε τὸν Μάρτυρα εἰς πικρὰς τιμωρίας καὶ φοβερὰ βασανιστήρια. Καὶ κατὰ πρῶτον μὲν ἔξεσαν τὸ σῶμα του μὲ σιδηροὺς ὄνυχας· ἡ δεινοτάτη δὲ αὕτη βάσανος ἔφθανε μέχρι τῶν ὀστῶν τοῦ Μάρτυρος, ὅστις ἐπεκαλεῖτο τὴν βοήθειαν καὶ συμμαχίαν τοῦ Θεοῦ, μὲ μεγάλην ἱλαρότητα καὶ ἀπάθειαν ὑπομένων τὴν σκληρὰν αὐτὴν τιμωρίαν ὡσὰν νὰ εἶχε τὸ σῶμα του ἀπὸ σίδηρον καὶ διέμενεν ἀπαθέστερος καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ξέοντας.

Τότε ὁ Μαξιμιανὸς ἤρχισε νὰ μεταχειρίζηται ἄλλα διαφόρου εἴδους βασανιστήρια, καὶ διέταξε νὰ φορέσουν εἰς τὸν Ἀθλητὴν ὑποδήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐντὸς καρφία σιδηρᾶ καὶ νὰ τὸν ἀναγκάζουν νὰ βαδίζῃ. Ἐκεῖνος δὲ ὁ μακάριος, μὴ αἰσθανόμενος διόλου τὸν πόνον, ἔτρεχεν ὡς νὰ ἐπατοῦσεν ἐπάνω εἰς ρόδα· καὶ καθὼς ἔβλεπε νὰ τρέχουν ἀπὸ τοὺς κατατρυπηθέντας πόδας του ἄφθονα αἵματα, ἐνόμιζεν ὁ ἀοίδιμος ὅτι περιβρέχεται ἀπὸ κανὲν εὐχάριστον καὶ γλυκύτατον ὕδωρ, τοὺς δὲ χλευασμοὺς τοῦ τυράννου καὶ τοὺς ἐμπαιγμοὺς τῶν παρεστώτων ἐθεώρει ὡς εὐφημίας του καὶ ἐγκώμια, καὶ ἐφαίνετο ὅτι εἶναι στολισμένος ὁ Ἀθλητὴς μὲ τὸ αἷμα καλύτερον καὶ εὐμορφότερον ἀπὸ ὅ,τι ἦτο ἐστολισμένος ὁ ἡγεμὼν μὲ τὴν χλαμύδα τοῦ ἀξιώματός του. Εἶτα ἤρχισε καὶ ὁ ἡγεμὼν νὰ τὸν ἐμπαίζῃ καὶ τοῦ ἔλεγεν· «Αὔριον ὅταν θὰ ἐξέλθῃ ἡ θεά, νὰ παίξῃς τὸν αὐλόν, ὦ Σῶζον, καὶ σοῦ ὁρκίζομαι ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδία θὰ σὲ ἀπαλλάξῃ εὐθὺς ἀπὸ πᾶσαν τιμωρίαν καὶ ποινήν, καὶ θὰ σὲ ἀθῳώσῃ ἀπὸ τὸ ἔγκλημά σου, τὸ ὁποῖον ἐναντίον της διέπραξας».

Πρὸς ταῦτα ὁ Μάρτυς ἀπήντησε· «Σὺ μὲν λέγεις αὐτὰ εἰς ἐμπαιγμον καὶ χλεύην ἰδικήν μου, μὲ τὸ νὰ σὲ παρακινῇ εἰς αὐτὸ ὁ κακὸς δαίμων, τὸν ὁποῖον φέρεις εἰς τὰ σπλάγχνα σου ἐγὼ δέ, γνώριζε, ὅτι μετὰ ἀπὸ τὸ μεγάλον καλόν, τὸ ὁποῖον ἠξιώθην νὰ ἀπολαύσω, τὸ ἅγιον Βάπτισμα, ἔπαιξα μὲ χαρὰν τὸν αὐλόν μου εἰς ἕνα ἀγρὸν ὅπου ἐσύναζα τὰ πρόβατά μου εἰς βοσκήν, καλέσας αὐτὰ μὲ τοῦ αὐλοῦ τὸν ἦχον,

καὶ τώρα ᾄδω τῷ Κυρίῳ ᾆσμα καινόν, κατὰ τὸν Προφητάνακτα, μὲ τὸ ὁποῖον εὐαγγελίζομαι τὴν σωτηρίαν ὅλων τῶν ἀνθρώπων, τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ᾠκονόμησε γενόμενος ἄνθρωπος, σταυρωθεὶς καὶ ἀναστάς ἡ δὲ ἰδική σου θεὰ θὰ ἵσταται ὡς ὁ ὄνος ἔναντι τοῦ αὐλοῦ, κατὰ τὴν παροιμίαν, μὲ τὸ νὰ εἶναι ὅλως διόλου ἄψυχος καὶ ἀναίσθητος».

Ἀκούσας ταῦτα ὁ Μαξιμιανὸς ἔγινεν ὅλως διόλου θηρίον ἀπὸ τὸν θυμόν του ἐναντίον τοῦ Μάρτυρος, καὶ διέταξε νὰ τὸν μαστιγώσουν σκληρότερα ἀπὸ πρωτύτερα τόσον, ὥστε, ὡς εἶπε, νὰ σαλευθοῦν αἱ ἀρθρώσεις καὶ αἱ συνδέσεις τῶν ὀστῶν του μὲ τὴν βάσανον ταύτην καὶ νὰ διαλυθοῦν ἅπασαι αἱ ἁρμονίαι τοῦ σώματός του, καὶ νὰ ἐκχυθοῦν τὰ ἐντόσθιά του ὅλα ὡς τὸ ὕδωρ. Ἔπειτα διέταξε μὲ μίαν φοβερὰν ἀπειλὴν νὰ ἀνάψουν πυράν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ρίψουν ὅ,τι λείψανον ἤθελεν ἀπομείνει ἀπὸ τὰ μέλη του μετὰ τὴν σκληροτάτην μαστίγωσιν, διὰ νὰ κατακαῇ καὶ νὰ μὴ ἀπολαύσῃ οὔτε τὴν ταφὴν τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνουν κοινῶς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι.

Ταῦτα διέταξεν ὁ Μαξιμιανὸς καὶ ὅλα ἐγένοντο· καὶ μὲ τὰς φοβερὰς πληγάς, τὰς ὁποίας ἔδιδον οἱ δήμιοι εἰς τὸν Μάρτυρα μὲ τὰς μάστιγας, ἔπιπτον αἱ σάρκες του εἰς τεμάχια καὶ ἀπεγυμνώνετο ἡ ἐσωτερικὴ τοῦ σώματός του διάπλασις, ὥστε νὰ φαίνωνται τὰ ἐντόσθιά του. Ὁ δὲ γενναῖος τοῦ Χριστοῦ Ἀθλητὴς ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ εὑρίσκετο ἐντὸς ὡραιοτάτου τινὸς κήπου ἢ χλοεροῦ τινος λειμῶνος κόπτων ἄνθη ἐαρινά· ἐπάνω δὲ εἰς τὴν χαρὰν αὐτὴν καὶ ἀγαλλίασιν παρέδωκεν ὁ μακάριος τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως δὲ ἤναψαν οἱ δήμιοι τὴν πυράν· καὶ καθὼς ἡ φλὸξ αὐτῆς ἀνέβαινεν ὑψηλά, αἴφνης μιὰ φοβερὰ βροντὴ ἠκούσθη, ἡ ὁποία ἐπροξένησε φρίκην εἰς τοὺς παρεστῶτας καὶ τρόμον, καὶ συγχρόνως μιὰ δυνατὴ βροχὴ μὲ χάλαζαν κατέπεσεν, ἡ ὁποία τοὺς δημίους διεσκόρπισε καὶ ἐγένοντο ἄφαντοι.

Οἱ δὲ φιλομάρτυρες καὶ μάλιστα οἱ πλέον θερμότεροι καὶ ἐπισημότεροι ἀπο τοὺς Χριστιανούς, εὑρόντες εὐκαιρίαν κατάλληλον, ἐπειδὴ δὲν τοὺς ἠμπόδιζε κανεὶς πλέον οὔτε τοὺς ἔβλεπε, μετὰ πολλῆς χαρᾶς περισυνέλεξαν τὰ μαρτυρικὰ λείψανα.

Εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ ἐπῆλθε πλέον καὶ ἡ νύξ· ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀκόμη δὲν ἔφερε κανὲν ἐμπόδιον εἰς τὸ εὐσεβὲς ἔργον των· διότι ἀκριβῶς δὲν ἦτο νὺξ καὶ σκότος ἡ νὺξ ἐκείνη, διότι φῶς λαμπρότατον λάμπον θαυμασίως διηυκόλυνε τοὺς εὐσεβεῖς ἐκείνους καὶ εὐλαβεῖς Χριστιανούς, ὥστε νὰ διακρίνουν τὰ ἐναπομείναντα μέλη τοῦ Μάρτυρος καὶ οὕτω πολὺ εὔκολα μὲ αὐτὴν τὴν φωταυγίαν ἐσύναξαν ἅπαντα, τὰ ὁποῖα μετὰ πολλῆς εὐλαβείας καὶ κατανύξεως ἔθαψαν λαμπρῶς τῇ ἑβδόμῃ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός. Τὸ δὲ φῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοὺς ὡδήγησεν εἰς τὴν συλλογὴν τῶν ἱερῶν μελῶν, ἦλθε καὶ ἄνω τοῦ τάφου καὶ παρέμεινεν ἕως οὗ γίνῃ ἡ ταφὴ ὅλων τῶν λειψάνων· μετὰ δὲ τὴν ταφήν, ἡ νὺξ πάλιν ἔλαβε τὴν φυσικήν της σκοτίαν. Καὶ οὕτω δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν σημείων ἀνεκηρύχθη ὁ λαμπρὸς στεφανίτης καὶ Ἀθλητὴς Σώζων, εἰς δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τῆς Παναγίας Τριάδος. ᾟ πρέπει τιμὴ καὶ κράτος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
 
أعلى